Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Του Θέρους

Γλιστρουν οι μερες μου στο τζαμι
κι οι νυχτες σκορπανε την παλαμη σου στον τοιχο
σου γραφω για το ονειρο μας
που θα αποκτησει τον δικο του στιχο αυριο...
θα παμε να χτισουμε τη φωλια μας σε ενα δασος
οπως καθε καλοκαιρι θα κανουμε απο τωρα και μετα
θα αντικρυσουμε της ζωης το βαθος
στα καστρα που θα φτιαχνουμε και θα χαλαμε στην αμμουδια
μια σκηνη δυο υπνοσακοι και τα ρουχα που φοραμε ολα μας τα υπαρχοντα
εκει θα μ αγαπας για αυτο που ειμαι μακρια απο τα κοινωνικα ορια της πολης.τα ''πρεπει '' και τα ''μη''
εκει θα σ αγαπαω για αυτο που εισαι με ολα τα χρωματα της μερας κι οχι με το γκρι
αυριο θα διασχισουμε τη θαλασσα και θα περασουμε απεναντι
στο δασος η αναπνοη μας θα ναι επιτελους φυσικη αργη και καθαρη
ο ερωτας μας δεν θα οριζεται απο το νοημα του κοσμου και την λογικη
αλλα απ τα καρδιοχτυπια των πουλιων των δεντρων και του φεγγαριου
απ την ανασα των κυματων του καλοκαιριου
απο τις μυτερες ηλιαχτιδες που θα χτενιζουν τα μαλλια μας τα πρωινα
απο το ιερο γαλαζιο που θα βαφτιζει τα κορμια μας ξανα και ξανα

γλιστρουν οι μερες μου στο τζαμι
αυριο θα χτισουμε τη φωλια μας
εκει που θελουμε εμεις κι οχι εκει που θελουν τα λεφτα μας

αυριο οι μερες θα γλιστρουν στον ανεμο κι οχι στο τζαμι
κι οι νυχτες θα σκορπουν την παλαμη σου στο απειρο

Παραλλήλους

Ποσες περπατησα φορες γυρω απ τους παραλληλους
που σμιγουν στο κορμακι σου στον ισκιο και στο φως σου
εβρισκα παντα ναυαγους στης θαλασσας τους κρινους
που τα ουρλιαχτα τους κλειναν στα μπουκαλια των ματιων σου

Ομως δε με ενοιαξε ποτε να ξαποστασω καπου
η να σταθω πρωτογνωρα τα χνωτα να θαυμασω
που αφηνουνε στα χειλη μας τα χειλη του θανατου
και μου θυμιζουν την ζωη που εζησα πριν γερασω

Ειναι που μονο νοιαστηκα για τουτο το ταξιδι
που κι ο ποιητης τραγουδησε οχι τον προορισμο του
η για το παραμιλητο που σμιγει με την ληθη

καθως υφαινεις μεσα μου το φως και τον χαμο του

αίνιγμα ορισμού

το φορεμα σου ζαρωμενος ισκιος της σεληνης
θλιμμενα ροδοπεταλα θυμουνται και γελουν
το σκιρτημα σου του ουρανου τα βλεφαρα σαν λυνεις
εσυ μια σκεψη
οι λεξεις ερωτες σε τραγουδουν


Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Θάλασσα.



Ήτανε κάποτε η ερωμένη κάθε ποιητή
και τώρα καρτ ποστάλ σε ένα συρτάρι
θάλασσα ασύνορη στην πένα την πηχτή
και θάλασσα θανατερή  με το φεγγάρι.

Α.Π.

Καρκινικό παιχνίδι.13/07/2013


Θέλω να φύγω να χαθώ κάπου στην τύχη
δεν ξέρω.μα πιο πολύ σαν έρχονται τα καλοκαίρια
ν αποτινάξω απ τις χαρές σου τα κοράκια.
να αμολήσω εναν χαρταετό απ΄το ταβάνι,
Την ώρα που στα μάτια σου δυο ήλιοι στάζουν...
Τα ξεραμένα δέντρα χορταριάζουν
πιο πέρα μετανάστες πίνουν απ το συντριβάνι,
γριές που ξεματιάζουν τα παγκάκια,
κουτσομπολεύουν με τα περιστέρια,
Την ώρα αυτή που ασελγούν οι στίχοι

Κι ανάποδα.

Την ώρα αυτή που ασελγούν οι στίχοι
κουτσομπολεύουν με τα περιστέρια,
γριές που ξεματιάζουν τα παγκάκια,
πιο πέρα μετανάστες πίνουν απ το συντριβάνι,
Τα ξεραμένα δέντρα χορταριάζουν
Την ώρα που στα μάτια σου δυο ήλιοι στάζουν...
να αμολήσω εναν χαρταετό απ΄το ταβάνι,
ν αποτινάξω απ τις χαρές σου τα κοράκια.
δεν ξέρω.μα πιο πολύ σαν έρχονται τα καλοκαίρια
Θέλω να φύγω να χαθώ κάπου στην τύχη

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Διάλογος Πρώτος

                         στον Επιτάφιο του Γιάννη Δούκα.
- 
Ύστερα κλείσαν τα ντοσιέ οι στρατοδίκες
κι είπαν πως θα τον θάψουνε μαζί με μας
σε γκλοπ που θα χτυπάνε σαν σε  βαλς
ματάδες .Και οι συνένοχες νταλίκες


τους στερηθέντες πιστοποιητικά ζωής
θε να ποδοπατούν στο πέρασμα τους
Αμυγδαλέζα,Ιερισσός,τα τραύματα τους
πώς θα λυτρώσουν τα λιβάνια της σιγής;

 Κι είπες"θα κανουμε το θρηνο μας  κραυγη
-Της ιστορίας-που την πνίξαμε με αγάλματα’’
μόλις ξημέρωνε '' και τα ψιλά της γράμματα
με τις επόμενες γενιές θα τ αποκαταστήσουμε μαζί''



Κι αν σκεπαστεί η γραφή κάτω απ το χώμα,
Το κύκνειο άσμα  μας δεν το παμε ακόμα.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Φωτογραφία.


Στη Δανάη,τον Πάνο,τη Σοφία.

Γαλάζια ανατριχίλα στα πλευρά του,
σε ένα κουπί το σούρουπο.Στο βλέμμα
της νύχτας, που μαρμάρωνε το αίμα
που χουν οι φλέβες του βυθού στο πέρασμα του.

Ορίζοντες, που ο κωπηλάτης ατενίζει
που με το ένα χέρι περιστρέφει
με το ένα χέρι μόνο και μας γνέφει
από μακριά,τον ήλιο ακέραιο πώς στραγγίζει.

Απο το αλάτι του βαφτίζει τα όνειρα μας.
-πιο πέρα ,σαν θαμπή φωτογραφία-
Εμείς από ώρα στο τραπέζι καθισμένοι

κι ομως, χωνεύουμε το μπλε στα σωθικά μας.
Πικρή γεύση στα χείλη -μπύρα κρύα
από εμβατήρια αστικά αηδιασμένοι.