Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Μεταμεσονυχτιο

ξυράφι που σε διαπερνά η υγρασία της νύχτας
και να χει σταματήσει στιγμιαία και το πεύκο να εκπνέει
να χεις ξεμάθει το σφυγμό και να πρέπει να τον επιβάλλεις
εισπνοή,εκπνοή μια ανάσα απέχεις απ όσα κουβαλάς μέσα σου
απο τον άνθρωπο στο ίδιο τραπέζι που σαν άλλος εαυτός που αγάπησες
σου θυμησε την έλλειψη και την απώλεια
της δικής σου σάρκας,της μνήμης και της λήθης σου
και γι αυτο τον αγαπησες περισσότερο
η ανθρωπιά μας θα λεγες είναι ό,τι απομένει απ το σύννεφο κάθε ιδιότητας
απο τις εναγωνιες γεφυρες που χτισαμε και γκρεμισαμε μαζι και ξαναχτιζουμε σισυφεια

ξυράφι η υγρασία της νύχτας
κι ο πυρετός να παραμένεις ανθρώπινος ενας καταιγισμός να μοιάζει
σε ένα τζάμι απρόφερτο της άγνοιας σου
που κείτεσαι φυλακισμένος και κοιτάς έξω την ομορφιά να την χαζεύεις
τρομοκρατημένος σαφώς,ανασφαλής και αναξιόπιστος για τη χαρτούρα
που σου ετοιμάζουν όλο ετυμηγορίες.στο κάθε τι εισαι υπόλογος
μιας βαθύτερης ανάγκης των άλλων να υπάρξουν πάνω σου
δεν ειναι αληθεια,δεν ειναι ψεμματα,ειναι απλα καποια πανισχυρη συνηθεια,θα πεις
απ τα παναρχαια χρονια που οι ανθρωποι ακόμα συντηρούν γιατι ειναι αδυναμοι αλλιως να νιωσουν ζωντανοι

κάθε παπούτσι σου βρεγμένο και τρύπιες κάλτσες
ε και;ποτε δεν σε ενοιαξαν αυτά
κοιτάς πίσω απ το τζάμι τον καταιγισμό των ανθρώπων και υποφέρεις
τόση μοναξιά,τόσοι άνθρωποι,τόσα βήματα
που πάνε;ενώ το ίδιο θέλαμε όλοι
ενα ζεστό ψωμί,δυο χέρια τρυφερά να μας κλείσουν τα μάτια στον κάθε επίλογο της μέρας
ή και της ζωής αν θες
και λίγο να μας καληνυχτίζει μια φωνή διάφανη κι ανακόλουθη με τα πλήθη
ετσι να,για να μην την μπερδευουμε στο χαος με καμιαν αλλη

στο ίδιο το κενό μέσα σου ενώνεις τις λεπίδες και πορεύεσαι
κανένα τραύμα δεν είναι πιο ύπουλο απ την ανάγκη
καμιά αγάπη πιο νοσταλγική απ την αναίτια

κι εκείνο το φεγγαρι να χει σαστίσει με τοσο ορθολογισμό
η τόσους ποιητές που το εκμαιεύουν σε αμέτρητες μεταφορές
-πιο αστοχες κι ειρωνικες οσο πιο επιτηδευμενες-
μιας ποίησης που θα ταν ωραιότερη αν δεν την θελαμε ποτε
και δεν την ειχαμε ποτε αποζητησει
μονο ακαλεστη κι αυτη σαν την ζωη,τον ερωτα και τον θανατο.


9/11/2014

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

επικηδειος με παραληπτη τον ανωνυμο ποιητη.


--------------------------------------------------------
ολα οσα ξοδεψε ο καιρος ανειπωτα φιλια
κι οσα μπερδεύτηκαν μες στης ζωης τα πλάτια
θα λεγες πως ξοδευτηκαν για να σε ξεριζωσουν
απο μια ριζα σου βαθια
και πως στα σκαλοπατια
προσμενανε στιγμη στιγμη, για να σ αποθεώσουν...
κι υστερα ο πονος και οι λυγμοι
πιο ακεραιο να σε στηναν
σε ενα γκρεμο μονακριβο που πλαστηκε για σενα
απο ονειρο σε ονειρο ξεσταχυαζες τη μοιρα
και σε φιλεύαν οι ουρανοι το αθανατο τους στεμμα
κι ετσι προσπερασε η ζωη
οι ακαρδοι με λυπούνται...!
ελεγες κι ανθη τρυφερα σου πληγωναν το βλεμμα
κι ετσι προσπερασες κι εσυ
τι μοναξια στερουνται...!
ελεγες κι ειχες θανατο γλυκυ
γλυκύ σαν ψεμα.
------------------------
4/11/2014.α.β.π.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Προυπολογισμός του ανέφιχτου

                                                                             Στον φίλο Άρη Μ. απο μια του κουβέντα
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ένα ποτάμι με σκιές απ το αρχαίο μας σώμα
Γλυκοπικρο σαν τις ευχές που πήραμε απ το χώμα
Που μας ορίζει διάφανο κι όλο μας αχρηστεύει
Σαν να τανε να κλαίγανε τη μοιρα τους οι δήμιοι

Μαύρο ποτάμι η προσευχή του ανέφιχτου , μονάχα
Να συγκεράσουμε το νου με την ανατριχίλα
Να συγκερασουμε το χώμα που ορίζει με νερό ανάκατο
- τους πόθους μας-

Εδώ ο ήλιος δεν έχει δρόμο να αντιπεράσει την κάθε μερα
Κι εδώ σκοτεινιάσε πια τόσο νωρίς
Οι άνθρωποι που πνιγονται από τρύπιες βάρκες του πολέμου οι άνθρωποι
Είναι καταδικασμένοι να επαναλαμβανουν το ποιημα,ταυτότητα,ιδιότητα,χαρτιά
Κι αν είναι γέροι δεν έχουν οδό
Κι αν είναι δεκάχρονα δεν έχουν πόδια
Μια ρίζα μονο πευκου εμεινε να συνεφέρνει το στομάχι μας μετρώντας το βάθος
Το βαθος μιας στιγμής που όλο μας καταπίνει μεταξύ σφυγμού και ασφάλτου

Κι η μοναξια.η μοναξια να μας αφήνει
Το ανεκπληρωτο γραμμα της στα πληγιασμένα χέρια του χειμώνα
Κι ύστερα γκρίζος ουρανός κι οδύνη
Ως το βαθύτερο σκοτάδι
των επικλησεων μας στη σελήνη

Θα πρεπε να χαμε ξορκισει τις ρυτιδες των παιδιών στα φανάρια
Αλλα ποιος ;
Να χαμε εξορισει τους ανιδεους
Αλλα πού;
Να χαμε πλεξει κομποσχοινια παρακλησεων στους αστεγους
Να μας συντρεξουν που δε νιωθουμε
Ή εστω Να χαμε ξεκουράσει το χασμουρητό από ένα ναρκωμένο παιδί ενδιάμεσα
Του  πεζοδρομίου που με το να χερι εκλιπαρει και με το άλλο ανασυντασσει τα συννεφα
Να μην το παρουν μυρωδια και το ξεπλυνουν με το αίμα της περηφάνιας ή της βόλεψης μας
Ή έστω, να μην είχαμε πάρει τη ζωή μας τόσο στα σοβαρά

Κι ύστερα,να χαμε τρέξει τόσο μακριά
Να χαμε θρυμματισει όλους τους αντικατοπρισμους που μας αφήνουν άφωνους
Στη θέα καποιου σπινθηρα επαληθευσης της επαναληψης μας
Και να χαμε πιάσει το νήμα ή το νόημα έστω μιας εικόνας
Που αντί να ξεχρεωνουμε με καλωδια κι υπηρεσίες τηλεθέασης
 είχαμε κανει δικη μας.Κάπου εκεί έξω.Εκεί που πεθαίνουν οι άνθρωποι.
Απόσταση –μια ανάσα.
----------------------------------
Α.Β.Π.,24/10/2014

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Αγοραπωλησία


--------------------------------------------------------------
Κάτι περιστέρια εγκλωβίστηκαν στο στήθος μου
Που πείνασαν για λίγα ψίχουλα αστικής παραφοράς
Κι όμως ο καστανάς ακόμα ζεσταίνει τις κρύες παλάμες του
Κι εμείς προσεχτικά τον προσπερνάμε
Εδώ ο χρόνος είναι το ναυάγιο καποιου πλανήτη
Εντός μας,κι οι ώρες νωχελικά αστρα που δεν χωρέσαμε
-πόσο κοστίζει μια συγκίνηση-
Τον χτύπο της καρδιάς τους γιατί πάντα τρέχαμε να προλάβουμε
κάτι πιο ελάχιστο κι απ την ίδια τη ζωή μας
-ποσο κοστίζει μια συγκίνηση-
θα συλλάβουμε μονάχα ό,τι καταφέραμε να συλλαβίσουμε
εντός των μικροαστικών μας πεποιθήσεων
κι ας μας καληνυχτίζει το φεγγάρι
κι ας μην μας αποστρέφει το πρόσωπο της η άνοιξη
πάντα θα ναι πιο βολικό το στρίψιμο ενός λαμπτήρα
χαλασμένου
απ την ορμή μιας αστραπής στον ουρανό που θα κοιτάζαμε κάποτε κατάματα
εφορμώντας ασύναχτοι κι απροστάτευτοι για ένα φανταστικότερο μέλλον
κι έτσι θα περάσουν οι μέρες κι οι νύχτες σε οριστικό σάβανο
η ποίηση θα μοιαζει γέρικη , ἀξια μονάχα για τους εκλεχτούς της διανόησης
ο έρωτας τιμαλφές άξιο μονάχα για τα αρπακτικά
και το βάζο στο τραπέζι για άνθη πλαστικά
-τόσο
οσο- .
-------------------------
Οκτώβρης 2014.7/10

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Μπαλάντα που γυρίζει στις στροφές των δρόμων,χωρίς σκοπό

Κυνισμος και δακρυγόνα
Να μην μπορέσουμε να κλάψουμε σαν άνθρωποι
Κυνισμός και δακρυγόνα
Να μην μπορέσουμε να χωρέσουμε στα βλέμματα μας
Τα σημεία του ορίζοντα
Ένα αόρατο χέρι πάντα θα κρατάει το νυστέρι
Ένα αόρατο χέρι θα μας χειρουργεί τις αντιφάσεις
Κι εκεί στην πιο μεγάλη σκαλωσία που υψώνεται το μέλλον
Θα τεμαχίζουμε το χρόνο σε εργατοώρες
Να μην μπορέσουμε να χαρούμε τις ανταύγεις του παρόντος
Γιατι μονάχα ένα παροντικό βλέμμα είναι σημείο εκκίνησης
Για να υπερβούμε τη σάρκα μας
Σε κάτι πάθη που δεσμεύουν τις κουκκίδες στο χάρτη
Να μην μπορούμε να περπατήσουμε χωρίς τα δεκανίκια
Αόμματοι,και ελαφρά σαρκαστικοί
Θα αντιπεράσουμε τα συρματοπλέγματα που τέθηκαν για να σε χωρίσουν από μας
Καρίμ
Θα αντιπεράσουμε την άλλη οχθη της ζωής για να σε αγκαλιάσουμε
Μες στο απόλυτο σκοτάδι όλων μας των προσδοκιών που δεν χάραξαν το μονοπάτι
Της διαφυγής
Να μην μπορέσουμε να σου χαμογελάσουμε δίχως το φόβο
Ότι δεν χωράς πουθενά
Αλλά κι ούτε να σε πάρουμε απ το χέρι να σου δείξουμε τα ηλιοτρόπια
Εσύ σε ένα κελι,απεργός πείνας για τα αυτονόητα
Κάτουρο αίμα,και πατούσες ακάνθινες,φοράς το ακάνθινο είδωλο σου
Σε ένα τοπίο που ξερνάει τις ενοχές μας
Και τις φτυνει πάνω σου
Σε σενα και στα ονειρα των εφήβων η των μωρών
Θα θελα να σε πάρω απ το χέρι να σου δείξω πού πίνω το νερό της ζωής
Να μοιραστούμε το ψωμί και το αλάτι
Να κλαψουμε και να γελάσουμε μαζί
Καθένας και στη γλώσσα του,παγκόσμιο πανηγύρι
Αλλα εχω μονο μια φωνή που τεμαχίζεται στο πλατύσκαλο του πολέμου
Αυτή την ειρήνη δεν τη θελουμε ρε
Είναι πιο σάπια κι απ το είδωλο στα μάτια των μικροαστών
Να μην μπορέσω να σου φωνάξω με το όνομα σου το κανονικο
Μοναχα να ψελλίζω τούτο το καλοκαίρι πόσα φορτία συγκινήσεων χωράνε
Στο παιδικό σου βλέμμα ώσπου να γίνεις αγαλμα και συμβολο
Της ληθης,κουρασμένο σαρκίο με λυγισμένα γόνατα
Με απλανές βλέμμα από την εξουθένωση που δεν σ ακουσε κανείς ακομα
Κι εσυ εκει δυο βήματα πιο περα να αγωνίζεσαι για τη Ζωή
Κι εμείς κατι χιλιόμετρα μακριά σου να ερμηνεύουμε το θανατο.
Κάθε.Μέρα.
Με ένα τσιγάρο στο στομα και το χαρτι γεμάτο αγωνίες που χωνεύουν τα σωθικά μας,
Δεν σε προφτάσαμε ακομα να μας πεις με ποιο τραγουδι πεθαινετε στον τοπο σας.
Κι εσύ εκει.Κι εμείς καπου πιο περα.Πάντα.Μπαλάντα για ηλίθιους καταντήσαμε.
Τα ακους; Χωρις ψυχή,χωρις μνήμη,χωρίς αιδώ.
Κάθε μερα.
-------------------
Ιούλιος 2014,29/07

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Απολογισμός εσωτερικης διαδρομής.



ετσι θα περασεις ολη σου τη ζωη
εμπαίζοντας τα μάτια που πίστευαν στα ονειρα,τα μάτια που δεν πιστευαν,το λογικο μες στο παράλογο και τα κλειδιά της ουτοπίας
που ολοι κρατουσαν στα χερια μα κανεις δεν προσπαθησε να διαρρηξει με αυτα την ψυχη του
κι οσο θα αναβαλλεις τους καθημερινους σου θανατους
θα γελας χαιρεκακα με τον πονο των αλλων
τον πονο εκεινων που δεν ενιωσαν ποτε
πώς ειναι να τρομαζεις με τον ιδιο τον εαυτο σου
πιο υστερα θα ξερεις καλυτερα πως καθε ερμηνεια
ειναι εκ φυσεως μια πραξη τραγικη
θα μετρας τον εαυτο σου με το βαθος οχι με το υψος
θα μετρας τους αλλους με την ικανοτητα τους να μην παραμενουν φυσιολογικοι 
οχι με τις συμβασεις που μπορουν να διατηρουν σε καθε κοινωνικη επιφαση
θα μετρας τις μερες με τους ισκιους των δεντρων οχι με τα φυλλα τους
και τις νυχτες,τις νυχτες θα τις μετρας με τη διαυγεια του μυαλου σου καθως σβηνει καθε σπιθα λογικης κι
εισαι απεναντι σε ενα χαος που παλευεις να ταξινομησεις
μεσα σου και μεσα σου οχι με τη ματαιοτητα που χει καθε τελος μιας μερας ακομη
και οσο για τις συναναστροφες,θα ναι το προσχημα
για να μπορεις μετα να μενεις μονος
κι οσο για τους διαλογους με τον διπλανο σου,θα ναι το προσχημα
για να μπορουν οι αλλοι να σε παρατηρουν
σαν μια θεση ψαχνοντας στον κοσμο αναμεσα σε ολες τις αλλες
απεναντι απ τις τροχιες των αστρων
μεχρι να αδειασεις απο πανω σου ολες τις λεξεις
και να ντυθεις ο,τι δεν ειναι ή δεν εισαι ακομα εντελει
υστερα θα μετρας το χθες με τους καφεδες οχι με οσα εζησες
το σημερα με τις επιθυμιες οχι με τα λαθη
κι οσο για το αυριο,εχει ο θεος
και θα σιχαινεσαι οσους υποβιβασαν την αγαπη σε συναισθημα
οσους θεωρησαν πως ηταν αληθινοι επειδη ελεγαν αληθειες και κανενα ψεμα
και τελος οσους πιστεψαν οτι η ζωη ειναι ωραια και περνουσαν καλα
χωρις να χουν συλλαβισει τη λεξη απογνωση,τη λεξη μοναξια
και χωρις να καταλαβαινουν τιποτα πιο περα απο τα ορια
μιας αναγκης
θα περασεις καπως ετσι τη ζωη σου
ωσπου θα συνηθισεις που δεν εισαι ανθρωπινος
που μονο οταν εισαι με αλλους προσπαθεις να τους μοιαζεις
κι υστερα θα γερασεις ελευθερος
γιατι περασες το φραγμα του μυαλου σου
κι εκει απεναντι ειδες
πώς είναι να ενοχλείς ολόκληρο το σύμπαν
με ενα παράλογο βουητο που μοιαζε
στο τραγουδι της ζωης σου.

η εγχείρηση



αόρατο νυστέρι μπήγεται στη σάρκα μου
αόρατο χέρι χειρουργεί τα κόκκαλα μου,τις αρθρώσεις
τις δένει πιο σφιχτά με βίδες ασημένιων συγκινήσεων
χειρουργεί τους οφθαλμούς μου,κολλάει πάνω τους φακούς όπου διαθλώνται τα όνειρα

χωρίς το αόρατο νυστέρι
χωρίς μια τέτοια εγχείρηση πριν δεκαπέντε χρόνια
θα κούτσαινα ακόμα στο δρόμο
θα κούτσαινα κι όλο θα σκόνταφτα στο μαύρο
πάνω στο μαύρο των καιρών
κι ούτε που θα βλεπα πως ο,τι και να γίνεται η γη γυρίζει
και γυρίζει

το ουράνιο τόξο πια έχει δεκατέσσερα χρώματα
το ηλιοβασίλεμα εικοσιδύο
κι οι ίσκιοι είναι οι χειρονομίες των  άστρων που δε φαίνονται,
με γυμνωμένο μάτι

χωρίς το αόρατο νυστέρι που μου έσκισε τη λάσπη
πρόσθεσε στους αρμούς μου βίδες από ρίγη
και τοποθέτησε στους οφθαλμούς μου ίριδες ανατριχίλας
χωρίς την Ποίηση με λίγα λόγια
σε τούτη τη ζωή τουλάχιστον
θα αργοπέθαινα ασυγκίνητος κι ανέπαφος.

Επιστρέφω από το χειρουργείο χρόνια μετά
στο δωμάτιο μου
φτιάχνω καφέ
κι ακόμα κι ο καφές ακούω πώς γουργουρίζει στο μπρίκι
μπροστά σε τόση ομορφιά
Ύστερα,γυρίζω το διακόπτη να σβησω το φως
μα το αόρατο φως εκεί μελιχρό  επιμένει.
Χρώμα,άρωμα,χειρονομία,επιστροφή,ζωή
ψέμμα αληθινο μες σε αλήθεια ψεύτικηραγματικότητα,ηδονή

Η Ποίηση είναι μια αναγκαία   εγχείρηση των αισθήσεων
αν θελει κανεις να πεθαίνει ανθρώπινα.
-συγκίνηση.

-επαφή